ἀσφαλής

ἀ|σφαλής, ἐς ['нешаткий'] 1. прочный; 2. безопасный; 3.опасливый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀσφαλής" в других словарях:

  • ἀσφαλής — not liable to fall masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασφαλής — ( ούς), ές (AM ἀσφαλής, ές) Ι. 1. αυτός που δεν κινδυνεύει να πέσει, ο στερεός 2. εκείνος που παρέχει ασφάλεια, σιγουριά 3. (για λόγους ή καταστάσεις) αναμφισβήτητος, ακριβής 4. φρ. «εκ του ασφαλούς», «εξ ασφαλούς» από ασφαλή, σίγουρη θέση, χωρίς …   Dictionary of Greek

  • ασφαλής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. ώς 1. ασάλευτος, σταθερός, ατράνταχτος, σίγουρος: Η θεμελίωση του κτιρίου δε φαίνεται πολύ ασφαλής. 2. ορθός, ακριβής, βέβαιος, αλάθευτος: Τα συμπεράσματα στα οποία έφθασες δεν μπορούν να θεωρηθούν… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασφαλής — [асфалис] επ. безопасный, надежный, прочный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀσφαλῆ — ἀσφαλής not liable to fall neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσφαλής not liable to fall masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσφαλής not liable to fall masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλέστερον — ἀσφαλής not liable to fall adverbial comp ἀσφαλής not liable to fall masc acc comp sg ἀσφαλής not liable to fall neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλεστάτων — ἀσφαλής not liable to fall fem gen superl pl ἀσφαλής not liable to fall masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλεστέραις — ἀσφαλής not liable to fall fem dat comp pl ἀσφαλεστέρᾱͅς , ἀσφαλής not liable to fall fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλεστέρων — ἀσφαλής not liable to fall fem gen comp pl ἀσφαλής not liable to fall masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλεστέρως — ἀσφαλής not liable to fall masc acc comp pl (doric) ἀσφαλής not liable to fall comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαλεῖ — ἀσφαλής not liable to fall masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀσφαλής not liable to fall masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.